σάννας

και σαννᾱς, ὁ, Α
γελωτοποιός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Λ. τού καθημερινού λεξιλογίου < θ. σαν- τού σαίνω (πρβλ. αόρ. -σαν-α / -σην-α) με εκφραστικό διπλασιασμό τού -ν- + κατάλ. -ας / ᾶς. Τη λ. δανείστηκε η Λατινική, πρβλ. sanna «χλευασμός με μορφασμό προσώπου», sannio «γελωτοποιός, χλευαστής»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σάννας — σάννᾱς , σάννας zany masc acc pl σάννᾱς , σάννας zany masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάνν' — σάννα , σάννας zany masc voc sg σάννα , σάννας zany masc nom sg (epic) σάνναι , σάννας zany masc nom/voc pl σάννᾱͅ , σάννας zany masc dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάνναν — σάννᾱν , σάννας zany masc acc sg (epic doric aeolic) σάννας zany masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • APINARII — memorati Trebllio Pollioni in Gallicnic c. 8. Cyclopea etiam luserunt omnes Apenarii, ita ut miranda quaedam et stupenda monstrarent: Non sunt rhedrii seu aurigae, Graece ἀπηνάριοι, ut quidam Vir doctus contendit; sed ab apinis dicti Apinarii,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SANNA — Graecis ὁ Σάννας, in Glossis, Subsannator, idem cum Apinario vel Apenario. Cuiusmodi homines, μωρολόγοι, ridicularia quâcumque occasione funditant, et non solum dictis ac salibus, sed etiam, imo facie magis, quam facetiis ridiculi, rictu oris,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • σάννορος — ὁ, Α μωρός, ανόητος. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. έχει σχηματιστεί από το θ. σαν τού σαίνω (πρβλ. αόρ. ἔ σαν α / ἔ σην α) με εκφραστικό διπλασιασμό τού ν + ορος (< ὁρῶ «βλέπω»). Παραδίδεται πιθ. και άλλη γρφ. τής λ. με τη μορφή σάννυρος (βλ. και σάννας)] …   Dictionary of Greek

  • σαννίων — ὁ, Α σάννας*. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. σαν τού σαίνω (πρβλ. αόρ. ἔ σαν α / ἔ σην α) με εκφραστικό διπλασιασμό τού ν + επίθημα ίων (πρβλ. μαχαιρ ίων)] …   Dictionary of Greek

  • tēu-, tǝu-, teu̯ǝ-, tu̯ō-, tū̆ - —     tēu , tǝu , teu̯ǝ , tu̯ō , tū̆     English meaning: to swell; crowd, folk; fat; strong; boil, abscess     Deutsche Übersetzung: ‘schwellen”     Note: extended with bh, g, k, l, m, n, r, s, t     Material: O.Ind. tavīti “is strong, hat Macht” …   Proto-Indo-European etymological dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.